Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Ο ΕΛΛΗΝΑΣ

Φεύγοντας, η ψυχή μια μέρα

περνώντας τα ψηλά βουνά

τραβώντας προς τα σύννεφα

όταν καεί στον ήλιο

η στάχτη μου, να πέσει

μες ‘τη θάλασσα

όπου γεννήθηκε.


Τι κι αν χαθεί, στης θάλασσας

το αρμυρομένο κύμα

και ταξιδέψει μακριά

με κεραυνούς και αντάρες.


Σε τσακισμένα άλμπουρα

σε ξάρτια ξεβρασμένα

ο Οδυσσέας Έλληνας

σε ηλιόλουστα νησιά

πατρίδα μου σε εσένα.

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

ΦΟΒΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ

Ένα μικρό πουλί

ένα μικρό πουλάκι

πήγαινε κι’ ερχότανε

σ’ ένα ξερό κλαδάκι

κι’ ερχότανε το φθινόπωρο

φύσαγε τ’ αεράκι


Φαινόταν να μην ήξερε

κοίταζε σαστισμένο

τα σύννεφα που ερχότανε

κι’ ήτανε φοβισμένο


Ήταν τόσο μικρό

έτρεμε απ’ τ’ αγέρι

ποιος να το ξέρει

αν θα ζει

και τ’ άλλο καλοκαίρι.

Ο ΤΣΙΓΚΑΝΑΚΟΣ

Το παιδί σ’ ένα φανάρι έχει ξεχαστεί

και τον ουρανό κοιτάζει που ‘ρχεται βροχή


Ξαφνικά ν’ σου μπροστά του μια Μερσεντές

με γυαλιά κατεβασμένα και αισθήματα κρυμμένα

ένας (………..)


Παπουτσάκια δεν φοράει ούτε και παλτό

τη καρδιά του τη ζεσταίνει ένα φυλαχτό


Η κυρία δίπλα λέει με πολύ μυαλό

κάνει κρύο μην ανοίγεις σε παρακαλώ


Δεν το βλέπεις πως κοιτάζει, άλλο δεν μπορώ

δώσ’ του μια δραχμή να φύγει σε παρακαλώ


Κοινωνία πως πληγώνεις τις φτωχές καρδιές

θέλεις ν’ χεις θύματα και να ψευτοκλαίς

ΜΑΓΙΑΤΙΚΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Λουλούδι της πρωτομαγιάς,

της άνοιξης λουλούδι

σαν φύγεις με την άνοιξη,

θα μας μείνει το άρωμα σου

στης καρδιάς μας τ’ όνειρο.

ΜΗ ΦΥΓΕΙΣ

Τώρα που σε βλέπω

με καίει η μορφή σου

όλα μας τα πλούτη

η αναπνοή σου.


Αγάπη μου που πήγες

γιατί το κάνες αυτό

κι έχω κάτι νύχτες

που ψάχνω να σε βρω.


Αγάπη μου μη φύγεις

δεν το ξεπερνάω

τη μορφή σου πάντα

εγώ θα αναζητάω.

ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΣ

Λυκαβηττέ μου εσύ έμεινες

να μας κρατάς κοντά σου

μες την καπνιά των μηχανών

χάνεται η ομορφιά σου.


Πάρε με μια βραδιά

μαζί στα όνειρα σου

να δω πως ήταν κάποτε

η Αθήνα στη ματιά σου

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΣΤΥΛΙΔΑ

Στυλίδα στο μπαλκόνι σου

έχεις το λιμανάκι

και μέσα στην καρδούλα σου

ένα μικρό νησάκι.


Από ψηλά σαν σε κοιτώ

μοιάζεις γαλάζια νύφη

με στέφανο ελιάς

πλεγμένο στα μαλλιά σου

κι εμάς να μας κρατάς

αιώνια κοντά σου.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΑΙΖΟΥΝ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Τα παιδιά παίζουν στο πάρκο

παίζουν και γελούν,

τα μικρά τους παιχνιδάκια

που όλο τα χαλούν.


Οι μανούλες καμαρώνουν

και χαμογελούν

γιατί θέλουν σαν τα βλέπουν

τα χρόνια πίσω να γυρνούν,

τα όνειρα τους να αναπολούν.


Θέλουν μες τα όνειρα τους

να δικαιωθούν

και να καμαρώνουν,

γιατί τα αγαπούν.

ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΑΛΕΞΑΚΗ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ Σφαίρα Ξοστρακισμένη


Αλεξάκη μου αν είσαι εκεί ψηλά

στα σύννεφα χαμένος,

φύλαξε την καρδούλα σου

και μείνε εκεί κρυμμένος.


Αλεξάκη μου οι ελεύθερες καρδιές

πάντα αιμορραγούνε

γιατί σε αυτό τον κόσμο δεν μπορούν

ελεύθερες να ζούνε.

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΜΑΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ (ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΑ ΒΕΛΗ)

Στα μάτια τους ο ουρανός, τ’ ατσάλι στην καρδιά τους

και μακριά από το σπίτι τους, να ζουν στη μοναξιά τους.


Κοιμούνται λίγο και αγρυπνούν, έχουν αλλού το νου τους,

θέλουν να ανέβουν στα φτερά, να δουν τους ουρανούς τους.


Έχουν τη Γαλανόλευκη επάνω στα φτερά τους,

έχουν το αίμα του Έλληνα -αετού- να τρέχει στην καρδιά τους.


Πετούν στα σύννεφα, τρυπούν, βέλη στην καταιγίδα

κι είναι από κείνους που πονούν για τη μικρή πατρίδα.


Μέσα στα μαύρα σύννεφα στου Αιγαίου τις κρυψώνες,

οι Έλληνες σαν αετοί, πετούν μες τους Αιώνες.

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1821

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1821

Ψηλά βουνά μου άγρια

σύννεφα δεν φοβάστε

και μέσα στην καρδούλα μας

πάντα δικά μας θα ’στε.


Αετοπούλια, ρεματιές,

γεράκια μου λαβωμένα

μες τη ψυχή μας

ζείτε εσείς,

και το -21.


Χιόνια μου αν ελιώσετε,

μην έρθετε εδώ κάτω

να ’χουν δροσιά οι έλατοι,

τα άγρια χορτάρια,

κι εκείνα της πατρίδας μας,

όλα τα παλικάρια.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Ξημέρωμα Νοέμβρη στην Αθήνα

κάποιοι νέοι κι εργάτες μαζί,

νοιαστήκαν ν’ αλλάξουν την ιστορία

σ’ αυτόν τον τόπο.


Οι νέοι δεν ξέραν πως ήταν αντρειωμένοι,

σιγά-σιγά άρχισαν να το καταλαβαίνουν

και θέριευε και η ψυχή

και η φωνή μαζί τους.


Ερπύστριες στρίγγλισαν στους δρόμους,

το αίμα έτρεξε στην άσφαλτο.

Μη αδέρφια μας στρατιώτες,

τα αδέρφια σας χτυπάτε.

ΣΤΟΥΣ ΛΙΓΟΥΣ

Φίλοι μου πέστε μου εσείς

που βιαστικά περνάτε

από τούτη τη ζωή και πίσω

δεν γυρνάτε.

Μήπως σας πλήγωσε

αυτή η κοινωνία

ή μήπως τρελαθήκατε

απ’ την αδιαφορία.

Μη φεύγετε μωρέ παιδιά

αντέξετε λιγάκι

γιατί αν μείνουν οι μικροί

ποιος θα τους εδιατάξει.

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ

Παιδιά στο δρόμο, χωρίς χαρά

καρδιά που μοιάζει χωρίς φτερά.


Μα να δυο χείλη χαμογελούν

τάχα ποιος ξέρει θα μαραθούν


που να το ξέρουν πως δεν μπορούν

σ’ αυτή τη γη να κρατηθούν.


Μάτια που λένε τόσα πολλά

μα ποιος τα νοιάζεται, ποιος τα πονά.


Εικόνες δείχνουν για να μπορούν

τ’ άλλα παιδιά να συγκριθούν

μα αυτά πονάνε και καρτερούν.

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΥ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΘΗΚΑΝ ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΠΟ ΒΟΜΒΕΣ.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Παίζοντας στην αλάνα με τις χιονόψυχες,

οι παιδικές καρδιές, δεν πίστευαν

πως κάποιοι δεν ’θέλαν τη χαρά τους

απ’ την απανθρωπιά τους.


Αυτοί που ’θέλαν μοιρασιά

συμφέροντα και χρήμα

τους κόψαν της ζωής το νήμα

ντροπή τους για το κρίμα.


Απάνθρωποι, άδικοι του πλανήτη

τα παιδιά έχουν θεό το χιόνι

και κάποιο χελιδόνι, που δεν θα τα ’βρει

την άνοιξη, σαν έρθει στο μπαλκόνι.