Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Ο ΤΣΙΓΚΑΝΑΚΟΣ

Το παιδί σ’ ένα φανάρι έχει ξεχαστεί

και τον ουρανό κοιτάζει που ‘ρχεται βροχή


Ξαφνικά ν’ σου μπροστά του μια Μερσεντές

με γυαλιά κατεβασμένα και αισθήματα κρυμμένα

ένας (………..)


Παπουτσάκια δεν φοράει ούτε και παλτό

τη καρδιά του τη ζεσταίνει ένα φυλαχτό


Η κυρία δίπλα λέει με πολύ μυαλό

κάνει κρύο μην ανοίγεις σε παρακαλώ


Δεν το βλέπεις πως κοιτάζει, άλλο δεν μπορώ

δώσ’ του μια δραχμή να φύγει σε παρακαλώ


Κοινωνία πως πληγώνεις τις φτωχές καρδιές

θέλεις ν’ χεις θύματα και να ψευτοκλαίς

ΜΑΓΙΑΤΙΚΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Λουλούδι της πρωτομαγιάς,

της άνοιξης λουλούδι

σαν φύγεις με την άνοιξη,

θα μας μείνει το άρωμα σου

στης καρδιάς μας τ’ όνειρο.

ΜΗ ΦΥΓΕΙΣ

Τώρα που σε βλέπω

με καίει η μορφή σου

όλα μας τα πλούτη

η αναπνοή σου.


Αγάπη μου που πήγες

γιατί το κάνες αυτό

κι έχω κάτι νύχτες

που ψάχνω να σε βρω.


Αγάπη μου μη φύγεις

δεν το ξεπερνάω

τη μορφή σου πάντα

εγώ θα αναζητάω.

ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΣ

Λυκαβηττέ μου εσύ έμεινες

να μας κρατάς κοντά σου

μες την καπνιά των μηχανών

χάνεται η ομορφιά σου.


Πάρε με μια βραδιά

μαζί στα όνειρα σου

να δω πως ήταν κάποτε

η Αθήνα στη ματιά σου

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΣΤΥΛΙΔΑ

Στυλίδα στο μπαλκόνι σου

έχεις το λιμανάκι

και μέσα στην καρδούλα σου

ένα μικρό νησάκι.


Από ψηλά σαν σε κοιτώ

μοιάζεις γαλάζια νύφη

με στέφανο ελιάς

πλεγμένο στα μαλλιά σου

κι εμάς να μας κρατάς

αιώνια κοντά σου.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΑΙΖΟΥΝ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Τα παιδιά παίζουν στο πάρκο

παίζουν και γελούν,

τα μικρά τους παιχνιδάκια

που όλο τα χαλούν.


Οι μανούλες καμαρώνουν

και χαμογελούν

γιατί θέλουν σαν τα βλέπουν

τα χρόνια πίσω να γυρνούν,

τα όνειρα τους να αναπολούν.


Θέλουν μες τα όνειρα τους

να δικαιωθούν

και να καμαρώνουν,

γιατί τα αγαπούν.

ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΑΛΕΞΑΚΗ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ Σφαίρα Ξοστρακισμένη


Αλεξάκη μου αν είσαι εκεί ψηλά

στα σύννεφα χαμένος,

φύλαξε την καρδούλα σου

και μείνε εκεί κρυμμένος.


Αλεξάκη μου οι ελεύθερες καρδιές

πάντα αιμορραγούνε

γιατί σε αυτό τον κόσμο δεν μπορούν

ελεύθερες να ζούνε.